Μια προσμονή στα μάτια. Ήταν η εκκίνηση για το ταξίδι. Σώματα και βλέμματα θα πλησιάζουν, θα ενώνονται με ένα φιλί και όλα θα είναι αρμονικά πλασμένα. ήσουν εκεί, εκείνο το βράδυ, σε ένα βαθύ σκοτάδι με μοναδική λάμψη και άλλα βράδια σιωπηλά με το φως από τους δρόμους που δειλά προσμένουν τα λαστιχένια μεταλλικά σώματα. Δροσιά και ξύπνημα στα πρώτα ανιχνευτικά χάδια. Ξημερώνει πάλι και σε έχω μέσα μου σε ένα κόσμο που δε θέλω να χάσω, εκεί θέλω να χαθώ. Ξυπνάς , αισθάνεσαι τη γεύση της και είσαι ευτυχής, δίνεις με όσες αισθήσεις και νιώθεις τους παλμούς του σώματος, βυθίζεσαι. μα φεύγεις , που πας σε ποιόν κόσμο θα τριγυρνάς ξανά από την αρχή άσπιλος , σε ποιο φως θα μιλήσεις, με ποιον θα συνομιλήσεις και τι θα κοιτάς? το άδειο παράθυρο τότε είχε να σου πει, βουίσματα σαν μελωδίες ακόμα και οι φωνές ποιήματα. Τώρα γράφω για σένα μα είμαι μακριά.